Κοινωνία

Ε, λοιπόν σε σας απευθύνομαι δάσκαλοι. Σε σας!

Η Εφημερίδα των Συντακτών

Θα μείνω εδώ και θα υπάρχω όπως μπορώ
και για το πείσμα σας γουρούνια θα αντέχω
……….

Υπάρχουν χίλιοι τρόποι για να τρελαθείς
υπάρχουν και άλλοι τόσοι για να λες υπομονή
όμως για μένα είναι αργά να τρελαθώ
και είναι ακόμα πιο αργά να κάνω υπομονή

            Η λειτουργία του κόσμου έπαψε να είναι το απόλυτο μυστήριο που ήταν, οι μοχλοί του κακού βρίσκονται μπροστά στα μάτια όλων, για τα χέρια που τους χειρίζονται δεν υπάρχουν πια γάντια ικανά να κρύψουν τις κηλίδες του αίματος. Αυτά έγραφε πριν λίγα ο χρόνια ο μακαρίτης Ζοζέ Σαραμάγκου.

            Θα έπρεπε, επομένως, να είναι εύκολο για τον καθένα να επιλέξει ανάμεσα στην πλευρά της αλήθειας και στην πλευρά του ψεύδους, ανάμεσα στον ανθρώπινο σεβασμό και στην ασέβεια προς τον άλλον, ανάμεσα σε αυτούς που είναι με τη ζωή και αυτούς που είναι εναντίον της.

            Δυστυχώς, τα πράγματα δε συμβαίνουν πάντα έτσι. Ο προσωπικός εγωισμός, το βόλεμα, η έλλειψη γενναιοδωρίας, οι μικρές δειλίες της καθημερινότητας, όλα αυτά συνεισφέρουν σε μια ολέθρια μορφή πνευματικής τυφλότητας, να βρισκόμαστε, δηλαδή, στον κόσμο και να μη βλέπουμε τον κόσμο, ή να βλέπουμε από αυτόν ότι, ανά πάσα στιγμή, τείνει να εξυπηρετεί τα συμφέροντά μας.

            Ναι είναι αλήθεια.

            Χρόνια και χρόνια υφάναμε τη σημαία μας με σιωπή, υπομονή, αδιαφορία και αφελώς ή και με ιδιοτέλεια πιστεύαμε πως άμα μάθουμε να καταπίνουμε τις ταπεινώσεις και κοιτάζουμε τη δουλειά μας θα κερδίσουμε περισσότερα ή τουλάχιστον δεν θα χάσουμε πολλά.

            Μετά ήρθαν οι περικοπές, οι απολύσεις, οι χιλιάδες καθημερινοί θάνατοι, η Ηλεκτρονική, η Ledra Marriott, ο Μαρινόπουλος, και λυπηθήκαμε και κάναμε το σταυρό μας και είπαμε, εντάξει, μακρυά από μας «κοιτάζουμε τη δουλειά μας».

            Σκεφτήκαμε ότι τέλος πάντων “που να τα βάλουμε με τα θηρία” και που θα πάει “θα φάνε, θα φάνε και κάποια στιγμή θα χορτάσουν και θα σταματήσουν”.

            Και κύλισε ο καιρός και η βαρβαρότητα μεγάλωνε και οι πληγές άρχισαν να πληθαίνουν και στο δικό μας σώμα.
Και τότε αρχίσαμε να νιώθουμε ότι σταματημός δεν θα υπάρξει, ότι μας περικυκλώνει το αδιανόητο και ότι αν δεν γίνει κάτι η ζωή μας θα είναι “για ένα κομμάτι ψωμί”

           Σε τέτοιες περιπτώσεις δεν μπορούμε να ευχηθούμε παρά να έρθει η συνείδηση και να μας ταρακουνήσει επειγόντως από το μπράτσο και να μας ρωτήσει εξ επαφής: “Πού πας; Τι κάνεις; Ποιος νομίζεις ότι είσαι;”. Μια εξέγερση ελεύθερων συνειδήσεων θα χρειαζόμασταν. Είναι άραγε εφικτό;

            Το είπε ο Γκράμσι έναν αιώνα πίσω. Η αδιαφορία είναι το νεκρό βάρος της Ιστορίας. Η αδιαφορία δρα δυνατά πάνω στην ιστορία. Δρα παθητικά, αλλά δρα. Είναι η μοιρολατρία.

            Αυτό που συμβαίνει, το κακό που πέφτει πάνω σε όλους, συμβαίνει γιατί η μάζα των ανθρώπων απαρνείται τη βούλησή της.

            Μέσα στη σκόπιμη απουσία και στην αδιαφορία λίγα χέρια, που δεν επιτηρούνται από κανέναν έλεγχο, υφαίνουν τον ιστό της συλλογικής ζωής, και η μάζα είναι σε άγνοια, γιατί δεν ανησυχεί. Φαίνεται λοιπόν σαν η μοίρα να συμπαρασύρει τους πάντες και τα πάντα, φαίνεται σαν η ιστορία να μην είναι τίποτε άλλο από ένα τεράστιο φυσικό φαινόμενο, μια έκρηξη ηφαιστείου, ένας σεισμός όπου όλοι είναι θύματα, αυτοί που τον θέλησαν κι αυτοί που δεν τον θέλησαν, αυτοί που γνώριζαν κι αυτοί που δεν γνώριζαν, αυτοί που ήταν δραστήριοι κι αυτοί που αδιαφορούσαν.

            Κάποιοι κλαψουρίζουν αξιοθρήνητα, άλλοι βλαστημάνε χυδαία, αλλά κανείς ή λίγοι αναρωτιούνται: αν είχα κάνει κι εγώ το χρέος μου, αν είχα προσπαθήσει να επιβάλλω τη βούλησή μου, θα συνέβαινε αυτό που συνέβη;

            Μισώ τους αδιάφορους και γι’ αυτό: γιατί με ενοχλεί το κλαψούρισμά τους, κλαψούρισμα αιωνίων αθώων. Ζητώ να μου δώσει λογαριασμό ο καθένας απ’ αυτούς με ποιον τρόπο έφερε σε πέρας το καθήκον που του έθεσε και του θέτει καθημερινά η ζωή, γι’ αυτό που έκανε και ειδικά γι’ αυτό που δεν έκανε. Και νιώθω ότι μπορώ να είμαι αδυσώπητος, ότι δεν μπορώ να χαλαλίσω τον οίκτο μου, ότι δεν μπορώ να μοιραστώ μαζί τους τα δάκρυά μου.

            Ε, λοιπόν σε σας απευθύνομαι. Σε σας.

            Και σας εκσφενδονίζω ένα μήνυμα κλεισμένο σε στίχους του Γιώργου Ζιόβα, στίχους γεμάτους φωτιά:

Ξανανοίγουμε χάρτες, κατεβάζουμε παλιά βιβλία,
συγκρίνουμε τις εποχές.
Βλαστημάμε την τύχη.
Ένα σάλπισμα καραβιού
μια φωτιά στο βουνό,
μια ντουφεκιά στο κούτελο του φόβου.
Θα βγούμε πάλι.
Είμαστε ράτσα ατάκτων και κλεφτών,
έχουμε το πείσμα του σίδερου,
την υπομονή του νερού.
Όσοι πιστοί.
Με συμπόνια και με μαχαίρι.
Κι αν δεν καταλαβαίνεις
ψάξε Μεσολόγγι
Μακρόνησο και Νοέμβρη… 

 

*Ο Χρήστος Κάτσικας είναι καθηγητής φιλόλογος, Αιρετός εκπρόσωπος στο Περιφερειακό Υπηρεσιακό Συμβούλιο Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (ΠΥΣΔΕ) της Δ΄ ΔΙΔΕ Αθήνας


Πηγή